Ψαμμητίχου

Ψαμμητίχου
Ψαμμήτιχος
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Κόρινθος — Πόλη (υψόμ. 10 μ., 29.787 κάτ.) και πρωτεύουσα του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στον μυχό του Κορινθιακού κόλπου, στην εθνική οδό Αθηνών Πατρών, σε απόσταση 84 χλμ. από την Αθήνα. Αποτελεί έδρα του δήμου Κορινθίων. Ιδρύθηκε το 1858, όταν… …   Dictionary of Greek

  • Ναύκρατις — Αρχαία ελληνική αποικία της Αιγύπτου. Βρισκόταν κοντά στον κανωβικό βραχίονα του Νείλου, στην περιοχή της Σαΐδας, 75 χλμ. ΝΑ της Αλεξάνδρειας. Ιδρύθηκε περί τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. από τους Μιλησίους μισθοφόρους του Ψαμμητίχου A’. Υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Λευκό Τείχος — Ονομασία αρχαίου τείχους, το οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν χτισμένο κοντά στη Μέμφιδα της Αιγύπτου. Εκεί κατέφυγαν οι Πέρσες και οι Μήδοι και όσοι από τους Αιγυπτίους δεν είχαν επαναστατήσει εναντίον του Αρταξέρξη Α’ (5ος αι. π.Χ.), όπως… …   Dictionary of Greek

  • Μερόη — Αρχαία πόλη του Σουδάν. Βρισκόταν στην περιοχή ανάμεσα στον πέμπτο και έκτο καταρράκτη του Νείλου. Τα ερείπια της Μ. βρίσκονται σε απόσταση 5 χλμ. Β του σημερινού χωριού Καμπούσια. Τα ίχνη κατοίκησης στη Μ. ανάγονται στη νεολιθική εποχή, αν και… …   Dictionary of Greek

  • Ροδόπη — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνει ο Οβίδιος, η Ρ. ήταν θυγατέρα του Πόντου ή του Στρυμόνα και σύζυγος ή, κατ’ άλλους αδελφή, του Αίμου. Οι θεοί τους τιμώρησαν να μεταμορφωθούν στα ομώνυμα όρη, επειδή τόλμησαν να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”